Συχνά συνυπάρχει με την πυελική ενδομητρίωση και αφορά τη μήτρα. Αναγνωρίζουμε διάφορους τύπους αδενομύωσης (π.χ. διάχυτη, εστιακή, συμπαγή, κυστική κτλπ.). Μπορεί να σχετίζεται με έντονη δυσμηνόρροια (πόνο κατά την περίοδο), μηνορραγίες (μεγάλη απώλεια αίματος κατά την περίοδο), υπογονιμότητα και/ή αποβολές.
Αν και στο παρελθόν, η διάγνωση της αδενομύωσης ήταν ιστολογική, πλέον μπορεί να επιτευχθεί με απεικονιστικά μέσα, όπως το διακολπικό υπερηχογράφημα και η μαγνητική τομογραφία, εφόσον αυτά γίνονται και ερμηνεύονται από κατάλληλα εκπαιδευμένους γυναικολόγους.
Η ριζική χειρουργική αντιμετώπιση της αδενομύωσης έγκειται στην αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομή), η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί λαπαροσκοπικά. Ωστόσο, όλο και περισσότερες γυναίκες θέλουν να διατηρήσουν τη μήτρα τους. Υπάρχουν χειρουργικές επιλογές για την αντιμετώπιση της αδενομύωσης, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν υστερεκτομή, αλλά είναι τεχνικά δύσκολες και, συνεπώς, πρέπει να γίνονται μόνο από κατάλληλα εκπαιδευμένους χειρουργούς ενδομητρίωσης. Σε περιστατικά που δεν επιθυμούν χειρουργείο, μπορεί να συζητηθεί η χορήγηση ορμονών, όπως το ενδομήτριο σπείραμα Mirena, το οποίο δρα ως αντισυλληπτικό και η εξωσωματική γονιμοποίηση για την επίτευξη εγκυμοσύνης.
